Κ. Σπυριδάκη: «Να μη μετατραπεί η καταγραφή του οδικού δικτύου σε νέα πηγή ανασφάλειας δικαίου»

 Με πρωτοβουλία της Βουλευτή Λασιθίου και Τομεάρχη Τουρισμού του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνας Σπυριδάκη, κατατέθηκε Ερώτηση προς τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με αντικείμενο το έργο της καταγραφής και χαρτογράφησης του οδικού δικτύου της χώρας και τις σοβαρές επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσει στην εκτός σχεδίου δόμηση και στους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων.

Την κοινοβουλευτική πρωτοβουλία συνυπογράφουν ο Παύλος Γερουλάνος, Βουλευτής Α’ Αθηνών, Τομεάρχης Οικονομίας και υπεύθυνος για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ο Μανώλης Χριστοδουλάκης, Βουλευτής Α’ Ανατολικής Αττικής και Τομεάρχης Περιβάλλοντος, ο Απόστολος Πάνας, Βουλευτής Χαλκιδικής και Τομεάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθώς και ο Τάσος Νικολαΐδης, Βουλευτής Δράμας και Τομεάρχης Υποδομών και Μεταφορών.

Με την Ερώτηση, οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ξεκαθαρίζουν ότι η καταγραφή του οδικού δικτύου αποτελεί ένα έργο αναγκαίο για τη χώρα, επισημαίνοντας όμως ότι δεν μπορεί να εξελιχθεί σε μια νέα πηγή ανασφάλειας δικαίου για εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η καταγραφή, χαρτογράφηση και θεσμική αναγνώριση του οδικού δικτύου της χώρας αποτελεί αναμφίβολα ένα αναγκαίο έργο. Πρόκειται για μια εκκρεμότητα δεκαετιών, η οποία συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια δικαίου, την προστασία της ιδιοκτησίας, την έκδοση οικοδομικών αδειών, τη λειτουργία των Υπηρεσιών Δόμησης, την ολοκλήρωση του χωρικού σχεδιασμού και την αναπτυξιακή προοπτική πολλών περιοχών της χώρας.»

Ωστόσο, οι Βουλευτές υπογραμμίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο υλοποιείται σήμερα το έργο δημιουργεί εύλογες ανησυχίες.

Όπως σημειώνεται: «Ο τρόπος με τον οποίο προχωρά σήμερα το έργο της καταγραφής του οδικού δικτύου, μέσω του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τη θεσμική του επάρκεια, τη διαφάνεια της διαδικασίας, τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, τη μελλοντική δεσμευτικότητα των αποτελεσμάτων και κυρίως τις συνέπειες που θα έχει για χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων σε περιοχές εκτός σχεδίου και σε οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων.»

Στην Ερώτηση επισημαίνεται ότι πρόκειται για έργο προϋπολογισμού άνω των 154 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο υλοποιείται σε 22 τμήματα σε ολόκληρη τη χώρα και δεν αφορά μια απλή τεχνική αποτύπωση, αλλά ένα έργο που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την αρτιότητα, την οικοδομησιμότητα και την πραγματική αξία εκατοντάδων χιλιάδων ιδιοκτησιών.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις επιπτώσεις που έχουν ήδη προκύψει μετά τις πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις και ειδικότερα μετά την απόφαση 176/2023 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το αποτέλεσμα είναι ότι χιλιάδες ιδιοκτήτες βρίσκονται σήμερα σε καθεστώς αβεβαιότητας, καθώς καλούνται να αποδείξουν την οικοδομησιμότητα της περιουσίας τους με βάση στοιχεία που το ίδιο το κράτος δεν έχει ακόμη πλήρως καταγράψει, κυρώσει και θεσμοθετήσει.»

Η Ερώτηση αναδεικνύει παράλληλα την απουσία ενημέρωσης και διαβούλευσης γύρω από ένα έργο με τόσο κρίσιμες συνέπειες.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Δεν φαίνεται να υπάρχει συστηματική ενημέρωση των ίδιων των πολεοδομικών υπηρεσιών ως προς την πρόοδο των μελετών, τα ενδιάμεσα στάδια επεξεργασίας των δεδομένων, τα κριτήρια αξιολόγησης και χαρακτηρισμού των οδών, ούτε ως προς το χρονοδιάγραμμα δημοσιοποίησης των πρώτων αποτελεσμάτων. Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι δεν έχει παρουσιαστεί κανένα σαφές σχέδιο δημόσιας διαβούλευσης, ούτε έχει γνωστοποιηθεί πότε θα δοθεί στη δημοσιότητα ένα πρώτο προσχέδιο ή μια προκαταρκτική αποτύπωση του οδικού δικτύου, ώστε να μπορέσουν οι Δήμοι, οι ΥΔΟΜ, οι τοπικές κοινωνίες, οι επαγγελματικοί φορείς, οι μηχανικοί και οι ίδιοι οι πολίτες να ελέγξουν, να διατυπώσουν παρατηρήσεις και να διορθώσουν πιθανές αστοχίες πριν αυτές αποκτήσουν θεσμικό χαρακτήρα.»

Ξεχωριστή θέση στην Ερώτηση καταλαμβάνει η περίπτωση του Σισίου Λασιθίου, την οποία η Κατερίνα Σπυριδάκη έχει ήδη αναδείξει με προηγούμενη κοινοβουλευτική παρέμβασή της.

Όπως αναφέρεται: «Η περίπτωση των 33 ιδιοκτητών ακινήτων στο Σίσι Λασιθίου, την οποία σας παρουσίασα με την υπ’ αριθμ. 4950/04.05.2026 Ερώτηση, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της θεσμικής παγίδευσης. Οι ιδιοκτήτες αυτοί (…) βασίστηκαν στις ρητές διατάξεις του ν.3212/2003 και στη διαχρονική διοικητική πρακτική για να προχωρήσουν στην αξιοποίηση της περιουσίας τους. Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκαν αντιμέτωποι με αιφνιδιαστική αναστολή της έκδοσης οικοδομικών αδειών (…) Η υπόθεση αυτή αποδεικνύει ότι, όταν δεν υπάρχει σαφές ενιαίο πλαίσιο, οι ΥΔΟΜ μετατρέπονται σε πεδίο διαφορετικών ερμηνειών, οι πολίτες εγκλωβίζονται και η διοίκηση μετατρέπεται από εγγυητής της νομιμότητας σε παραγωγό αβεβαιότητας.»

Παράλληλα, οι Βουλευτές τονίζουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά το Λασίθι.

Όπως υπογραμμίζεται στην Ερώτηση: «Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το Λασίθι. Αφορά όλη τη χώρα. Αφορά μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες, αγρότες, οικογένειες, επαγγελματίες, τουριστικές επιχειρήσεις, επενδυτές, μηχανικούς, συμβολαιογράφους και τοπικές οικονομίες. (…) Η ανασφάλεια που έχει δημιουργηθεί στην εκτός σχεδίου δόμηση μπορεί να οδηγήσει σε μαζική απαξίωση περιουσιών, σε αναστολή οικοδομικής δραστηριότητας, σε πάγωμα επενδύσεων και σε σοβαρές οικονομικές συνέπειες για την αγορά ακινήτων και το τραπεζικό σύστημα.»

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη σύνδεση του έργου με το πρόσφατο Προεδρικό Διάταγμα για τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, καθώς πλέον η ύπαρξη προσώπου σε χαρακτηρισμένη οδό αποκτά καθοριστική σημασία για την οικοδομησιμότητα χιλιάδων ιδιοκτησιών.

Η Ερώτηση προειδοποιεί ότι χωρίς ενιαία θεσμοθέτηση των αποτελεσμάτων, η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί σε νέο κύκλο αντιφατικών ερμηνειών.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Εάν το αποτέλεσμα των μελετών δεν θεσμοθετηθεί με σαφή, δεσμευτικό και ενιαίο τρόπο, και να τεθεί προηγουμένως σε διαβούλευση (…) τότε δεν θα έχουμε λύση. Θα έχουμε νέο κατακερματισμό. Θα έχουμε άλλη ερμηνεία σε μία ΥΔΟΜ και άλλη σε άλλη. Θα έχουμε νέες αμφισβητήσεις, νέες προσφυγές, νέες καθυστερήσεις, νέες περιουσίες σε ομηρία. Δηλαδή, αντί να λυθεί το πρόβλημα, θα μεταφερθεί σε ένα νέο επίπεδο διοικητικής αβεβαιότητας.»

Οι Βουλευτές καταθέτουν, παράλληλα, μια ολοκληρωμένη πρόταση για τη σωστή θεσμική σειρά των ενεργειών: «Η ορθή σειρά θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρη: πρώτα ολοκληρωμένη μελέτη, μετά ουσιαστική διαβούλευση με τους Δήμους, τις Περιφέρειες, το ΤΕΕ, τις τοπικές κοινωνίες, τους ιδιοκτήτες και τους επαγγελματικούς φορείς· στη συνέχεια θεσμοθέτηση με σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο· μετά κύρωση του οδικού δικτύου· και τέλος ψηφιοποίηση και διασύνδεση με το Κτηματολόγιο, τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια και το σύστημα e-Άδειες.»

Η Ερώτηση ασκεί ακόμη κριτική στη βεβιασμένη ολοκλήρωση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων λόγω των χρονοδιαγραμμάτων του Ταμείου Ανάκαμψης, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει ήδη πληρώσει ακριβά έργα που συρρικνώθηκαν, απεντάχθηκαν ή ολοκληρώθηκαν μόνο τυπικά, ενώ υπενθυμίζει ότι παραμένουν ανοιχτές κρίσιμες εκκρεμότητες, όπως τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια, τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια, το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο και η κύρωση του κοινόχρηστου οδικού δικτύου.

Παράλληλα, καταγράφονται οι ήδη ορατές συνέπειες του νέου πλαισίου που επέβαλε ο Κώδικας Πολεοδομίας και Χωροταξίας: οικοδομικές άδειες που παγώνουν, μηχανικοί που βρίσκονται εκτεθειμένοι απέναντι στους πολίτες, Υπηρεσίες Δόμησης που αδυνατούν να εφαρμόσουν ενιαία το νέο θεσμικό πλαίσιο και πολίτες που βλέπουν την περιουσία τους να εγκλωβίζεται εξαιτίας αντικρουόμενων ερμηνειών.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην επιλογή του έτους 1977 ως τεχνικού σημείου αναφοράς για την αναγνώριση των οδών, με την Ερώτηση να θέτει το κρίσιμο ερώτημα εάν ένα τεχνικό κριτήριο μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό δρόμων που χρησιμοποιούνται επί δεκαετίες και να επηρεάσει καθοριστικά την αξία και την οικοδομησιμότητα ιδιοκτησιών.

Καταλήγοντας, οι Βουλευτές ξεκαθαρίζουν τη θέση τους: «Δεν είμαστε απέναντι στην καταγραφή του οδικού δικτύου. Αντιθέτως, τη θεωρούμε απολύτως αναγκαία. Δεν είμαστε υπέρ της άναρχης εκτός σχεδίου δόμησης. Αντιθέτως, στηρίζουμε τον ολοκληρωμένο χωρικό σχεδιασμό (…) Όμως ο χωρικός σχεδιασμός δεν μπορεί να γίνεται με αναδρομική απαξίωση περιουσιών, με πολίτες εγκλωβισμένους σε διοικητικές ερμηνείες και με ΥΔΟΜ που καλούνται να διαχειριστούν ασαφή ή ελλιπή εργαλεία.»

Με την εν λόγω Ερώτηση, οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ καλούν τα συναρμόδια Υπουργεία να απαντήσουν σε εννέα κρίσιμα ερωτήματα:

  1. Ποιο είναι το ακριβές φυσικό αντικείμενο του έργου καταγραφής και χαρτογράφησης του οδικού δικτύου που υλοποιείται μέσω του ΤΕΕ, ποιος είναι ο συνολικός προϋπολογισμός του, ποια είναι τα επιμέρους παραδοτέα και ποιο το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησής του ανά Περιφέρεια και Περιφερειακή Ενότητα;

  2. Σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα το έργο, ποια είναι η μέχρι σήμερα πρόοδος των μελετών και πότε προβλέπεται να δημοσιοποιηθεί το πρώτο προσχέδιο ή τα προκαταρκτικά αποτελέσματα προς ενημέρωση και διαβούλευση με τους Δήμους, τις ΥΔΟΜ, τους επαγγελματικούς φορείς και τις τοπικές κοινωνίες;

  3. Προτίθεται η Κυβέρνηση να θεσμοθετήσει τα αποτελέσματα των μελετών μέσω Προεδρικού Διατάγματος ή ή άλλης κανονιστικής πράξης με δεσμευτική ισχύ ή θα εφαρμοστούν μέσω εγκυκλίων, οδηγιών και ερμηνειών προς τις Υπηρεσίες Δόμησης;

  4. Με ποιον τρόπο θα διασφαλιστεί η ουσιαστική συμμετοχή των Δήμων, των Περιφερειών, των τοπικών κοινοτήτων, των μηχανικών, των συμβολαιογράφων, των επαγγελματικών φορέων και των πολιτών στη διαδικασία ελέγχου, διαβούλευσης και οριστικοποίησης της καταγραφής και θα προβλεφθεί διαδικασία αντιρρήσεων ή ενστάσεων πριν από την οριστική κύρωση του οδικού δικτύου;

  5. Ποια ακριβώς βαρύτητα θα έχει το έτος 1977 και οι σχετικές αεροφωτογραφίες στη διαδικασία αναγνώρισης των οδών και με ποιον τρόπο θα προστατευθούν δρόμοι που έχουν ιστορική, λειτουργική και πραγματική κοινόχρηστη χρήση επί δεκαετίες αλλά δεν αποτυπώνονται επαρκώς στο αεροφωτογραφικό υλικό της συγκεκριμένης περιόδου;

  6. Πώς θα συνδεθεί το αποτέλεσμα της καταγραφής με το Κτηματολόγιο, τα Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια και το σύστημα e-Άδειες και προβλέπεται η αυτόματη εμφάνιση του χαρακτηρισμού κάθε οδού, ώστε να αποφεύγονται διαφορετικές ερμηνείες μεταξύ των ΥΔΟΜ της χώρας;

  7. Μέχρι την ολοκλήρωση, κύρωση και ψηφιακή ενσωμάτωση του οδικού δικτύου, προτίθεται η Κυβέρνηση να θεσπίσει μεταβατική ρύθμιση και σαφές ενιαίο πλαίσιο εφαρμογής για την προστασία των υφιστάμενων ιδιοκτησιών, των εκκρεμών οικοδομικών αδειών και των καλόπιστων πολιτών που βασίστηκαν στο ισχύον μέχρι σήμερα θεσμικό πλαίσιο;

  8. Πώς σκοπεύει η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τις οικονομικές, επενδυτικές και φορολογικές συνέπειες που έχουν ήδη προκύψει από την αβεβαιότητα στην εκτός σχεδίου δόμηση για ιδιοκτήτες, επιχειρήσεις, τουριστικές επενδύσεις και ακίνητα που φορολογήθηκαν επί σειρά ετών ως άρτια και οικοδομήσιμα;

  9. Πώς συνδέεται το έργο της καταγραφής του οδικού δικτύου με την ολοκλήρωση του συνολικού χωρικού σχεδιασμού της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων, των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων, των εκκρεμοτήτων σε περιοχές Natura και του Αρχαιολογικού Κτηματολογίου, και με ποιον τρόπο διασφαλίζεται ότι δεν θα αποτελέσει απλώς ένα τυπικό παραδοτέο του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά ένα ολοκληρωμένο και θεσμικά ασφαλές εργαλείο αποκατάστασης της ασφάλειας δικαίου;